11 Φεβ 2010

Η κερδοσκοπία είναι πράξη αυτοσυντήρησης των δανειστών της Ελλάδας

Του ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Οι κακοί κερδοσκόποι υπονομεύουν την καλοπέρασή μας. Αυτή την ανοησία οι λογής ντόπιοι αναλυτές προσπαθούν να πουλήσουν στον πολύπαθο ελληνικό λαό. Η αλήθεια όμως είναι εξαιρετικά απλή.
Για χρόνια εξαπατούσαμε τους δανειστές μας δίνοντας ψευδή στοιχεία για την Οικονομία μας. Κι έτσι μας δάνειζαν με χαμηλά επιτόκια παίρνοντας, εν αγνοία τους, τεράστια ρίσκα με τα χρήματά τους.

Τώρα που η πραγματικότητα αποκαλύφθηκε, επιμένουν όλοι να μας δανείζουν με υψηλότατα επιτόκια (εξ ου και τα περίφημα μεγάλα spreads) ώστε να προστατευθούν από τις γνωστές ή και τις κρυμμένες ακόμα αδυναμίες της Οικονομίας μας. Και να εξισορροπήσουν κάπως και τις χασούρες που έχουν, λόγω και των ψεμμάτων μας, ήδη υποστεί. Κάθε αρνητική είδηση που βγαίνει απο την χώρα σκορπίζει ανησυχίες. Και μεγαλώνει, λόγω εκλαμβανόμενου αυξημένου ρίσκου, το κόστος δανεισμού.
Η λεγόμενη κερδοσκοπία λοιπόν δεν είναι παρά πράξη αυτοσυντήρησης. Από εκείνους που τους ζητάμε να μας δώσουν τα χρήματά τους.

Το πρόβλημα λοιπόν είμαστε εμείς που ζητάμε δανεικά. Κι όχι εκείνοι που θέλουν να προστατεύσουν τα χρήματά τους. Και το ερώτημα είναι γιατί κανείς δεν ψάχνει γιατί ζούσαμε όλα αυτά τα χρόνια με δανεικά.
Γιατί τρώγαμε πάνω από τα διπλά απ' όσα βγάζαμε; Σε ποιούς ξοδεύτηκαν τα λεφτά αυτά; Που έχουν το θράσος να διαμαρτύρονται τώρα κι από πάνω;

Παγίδα έξτρα φόρων για τα μεσαία εισοδήματα, η σύνδεση με τις αποδείξεις

Ρεπορτάζ της ΕΛΕΝΑΣ ΛΑΣΚΑΡΗ στην εφημερίδα «Τα Νέα» 11/2/2010

Παγίδες έξτρα φόρων, κυρίως για τα μεσαία εισοδήματα, κρύβει η σύνδεση του αφορολόγητου ορίου των 12.000 ευρώ με αποδείξεις αξίας ίσης με το 30% του εισοδήματος. Το κλειδί των κρυφών επιβαρύνσεων βρίσκεται στο είδος των αποδείξεων που καλούνται να συλλέξουν οι πολίτες για να κατοχυρώσουν το αφορολόγητο, καθώς εξαιρούνται βασικές και μεγάλες μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών.

Δαπάνες ενοικίων, δόσεων στεγαστικών δανείων και όλοι οι λογαριασμοί ΔΕΚΟ, που αποτελούν μεγάλο κεφάλαιο στον μηνιαίο οικογενειακό προϋπολογισμό, δεν αναγνωρίζονται για την κατοχύρωση του αφορολόγητου ορίου, ενώ προβλήματα γεννά και η αναγνώριση αποδείξεων από βενζινάδικα και περίπτερα που σήμερα δεν εκδίδουν αποδείξεις. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο εξαιτίας του γεγονότος ότι το ποσό των απαιτούμενων αποδείξεων υπολογίζεται σε συνάρτηση με το δηλωθέν εισόδημα, το οποίο προφανώς δεν είναι στο σύνολό του διαθέσιμο, καθώς ενσωματώνει τους κανονικούς φόρους που οφείλονται σε ετήσια βάση.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Για παράδειγμα, φορολογούμενος με δηλούμενο εισόδημα 27.000 ευρώ καλείται να πληρώσει φόρο 3.520 ευρώ. Αμέσως το διαθέσιμο εισόδημά του, χωρίς να αφαιρούνται άλλες κρατήσεις, περιορίζεται στις 23.480 ευρώ. Έστω ότι ο φορολογούμενος αυτός πληρώνει σε δόση στεγαστικού δανείου (που δεν μετράει ως απόδειξη για το αφορολόγητο) 600 ευρώ τον μήνα ή 7.200 ευρώ τον χρόνο. Το διαθέσιμο εισόδημα περιορίζεται στις 16.280 ευρώ. Αν προστεθούν και οι δαπάνες για φως, νερό, τηλέφωνο (σταθερό και κινητό) 150 ευρώ, συγκεντρώνονται άλλα 1.800 και το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται στις 14.480 ευρώ. Αν ο συγκεκριμένος φορολογούμενος οδηγεί αυτοκίνητο και πληρώνει δόση γι΄ αυτό, που επίσης δεν αναγνωρίζεται, και βάζει βενζίνη χωρίς να μπορεί να πάρει ακόμη απόδειξη, μαζεύονται άλλα 500 ευρώ μηνιαίως ή 6.000 ετησίως, τα οποία με τα ασφάλιστρα αυτοκινήτου (επίσης δεν μετράνε για το αφορολόγητο) αυξάνονται σε 6.500 ευρώ. Τελικά ο συγκεκριμένος φορολογούμενος δεν μπορεί να καλύψει τις αποδείξεις που απαιτούνται για να καρπωθεί το αφορολόγητο. Με τις παραπάνω δαπάνες, το διαθέσιμο εισόδημά του έχει περιοριστεί στις 7.980 και θα πρέπει να προσκομίσει στην Εφορία αποδείξεις αξίας 8.100 για να έχει το αφορολόγητο των 12.000! Εναλλακτικά, αν δεν καταφέρει να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες αποδείξεις, για τη διαφορά ανάμεσα στις απαιτούμενες και τις συγκεντρωθείσες αποδείξεις θα κληθεί να καταβάλλει φόρο 10%. Αν λοιπόν ο συγκεκριμένος φορολογούμενος αντί για 8.100 αποδείξεων έχει καταφέρει να συγκεντρώσει αποδείξεις αξίας 5.100, θα κληθεί να καταβάλει επιπλέον φόρο 300 ευρώ.

Οι δυσκολίες συγκέντρωσης αποδείξεων στο 30% του εισοδήματος είναι επίσης μεγάλες σε ζευγάρια όπου ο σύζυγος κερδίζει 30.000 ευρώ και χρειάζεται αποδείξεις 9.000 ενώ η σύζυγος 20.000 και απαιτούνται αποδείξεις 6.000 ή συνολικά 15.000 ευρώ.

Πιθανά ψεγάδια μπορεί να κρύβονται και για τα υψηλότερα εισοδήματα, με το Δημόσιο αυτή τη φορά να κινδυνεύει να χάσει φόρους. Κι αυτό γιατί ασχέτως ύψους εισοδήματος, εφόσον αυτό υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ, οι απαιτούμενες αποδείξεις για να καλυφθεί το αφορολόγητο είναι 12.000 ευρώ.

Έτσι, ένας φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 300.000 ευρώ, ο οποίος προφανώς δεν έχει κανένα πρόβλημα να συγκεντρώσει τις αποδείξεις των 12.000 ευρώ και μπορεί άνετα να φτάσει στα 15.000 αποδείξεων κερδίζοντας και μπόνους έκπτωση φόρου 300 ευρώ, δεν έχει κανένα λόγο να ζητήσει επιπλέον αποδείξεις και μπορεί κάλλιστα να επιμείνει στην κλασική λύση της αγοράς προϊόντων ή υπηρεσιών στη λογική, π.χ., 100 ευρώ με απόδειξη- 80 χωρίς. Παράλληλα, σε περιπτώσεις υψηλών εισοδημάτων με άνεση στη συγκέντρωση των απαιτούμενων αποδείξεων, τίποτα δεν εμποδίζει την «εμπορία» αποδείξεων.
* Το γράφημα αποτελεί επίσης αναδημοσίευση από τα «Νέα»